Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Αυτό που αληθινά Είμαστε είναι πέρα από προσπάθεια και μη προσπάθεια ~ Ατμαν Νιτυανάντα





Αυτό που αληθινά Είμαστε είναι πέρα από προσπάθεια και μη  προσπάθεια
Αυτό που πραγματικά είμαστε είναι πάντα παρόν σαν ένας σιωπηλός μάρτυρας σε κάθε τι που βιώνουμε από στιγμή σε στιγμή, είναι ακίνητο, σιωπηλό, ειρηνικό, ξύπνιο και πέρα από προσπάθεια και μη προσπάθεια.  Και παραδόξως οποιαδήποτε προσπάθεια κάνουμε να γνωρίσουμε (συνειδητοποιήσουμε) αυτό που αληθινά είμαστε ή οποιαδήποτε προσπάθεια να αποφύγουμε την προσπάθεια, μας  ‘απομακρύνει’ από αυτό.  

Οπότε το ερώτημα που γεννάται είναι: Τι χρειάζονται η προσπάθεια και η άσκηση για να γνωρίσουμε αυτό που ήδη είμαστε και το οποίο είναι συνεχώς παρόν κάθε στιγμή και σε κάθε εμπειρία μας;
Αν και η επίγνωση  της αληθινής μας φύσης και η αφύπνιση δεν χρειάζονται προσπάθεια, η προσπάθεια είναι απαραίτητη για να ελευθερωθούμε (το νου) από οτιδήποτε μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε και να έχουμε επίγνωση της αληθινής μας φύσης, του Είναι μας, και να βιώνουμε αδιάλειπτα την ειρήνη, την ελευθερία και την ευδαιμονία που είναι η φύση του.
Η άσκηση χρειάζεται γιατί αν και όλοι μας μπορεί να έχουμε στιγμές που βιώνουμε ελευθερία, χαρά και πληρότητα, δεν μπορούμε να διακρίνουμε την πηγή αυτής της εσωτερικής κατάστασης, ούτε και να την διατηρήσουμε με την θέληση μας. Έρχεται και φεύγει μόνη της, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό. Μέσα από την άσκηση θα μπορέσουμε να γίνουμε συνειδητοί της αληθινής μας φύσης και να βιώνουμε αδιαλείπτως και ανεξαρτήτως συνθηκών την ειρήνη, την πληρότητα και την ευδαιμονία του Είναι μας.

Για να αποκτήσουμε πλήρη επίγνωση αυτού που ‘Είμαστε’ πραγματικά (το οποίο ήδη αντιλαμβανόμαστε αλλά με διαστρεβλωμένο τρόπο), και να βιώσουμε συνειδητά και με καθαρότητα  (χωρίς προσμίξεις με άλλες καταστάσεις) την ειρήνη και την ευδαιμονία  που 'Είμαστε', (ως Συνειδητότητα) απαιτείται να εγκαταλείψουμε λανθασμένες ιδέες και πεποιθήσεις σχετικά με τον εαυτό μας, τη ζωή και το Θεό (και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και ευχάριστο για τον προγραμματισμένο νου και το εγώ μας, το οποίο αντιστέκεται στο καινούργιο και το άγνωστο), και επίσης ένας νους ήρεμος, καθαρός, διαυγής, σταθερός, προσεκτικός και με διάκριση. Αλλά ο νους αποκτά αυτές τις ιδιότητες όταν καθαρίσει από τις ράτζας και τάμας γκούνας, τον εγωισμό, τις επιθυμίες, τα πάθη και τα αρνητικά συναισθήματα, διότι όλα αυτά από τη φύση τους κάνουνε τον νου ανήσυχο, ταραγμένο, αεικίνητο ή ληθαργικό, απρόσεκτο, βαρύ, μη αντιληπτικό, και χωρίς διάκριση, διαύγεια, οξύτητα και διαπεραστικότητα. Ένας τέτοιος νους, δεν μπορεί να αντιληφθεί τα πράγματα ως έχουν, αλλά τα βλέπει διαστρεβλωμένα, μέσα από την φαντασία, τις επιθυμίες, τις προσκολλήσεις, τους φόβους, τις προβολές, τις λανθασμένες πεποιθήσεις και τους προγραμματισμούς του. Ένας τέτοιος νους δεν μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ποιά ή καλύτερα τι είναι η αληθινή μας φύση, και επιπλέον μας κάνει να ταυτιζόμαστε με το σώμα το οποίο λανθασμένα θεωρούμε ως εαυτό μας, (ενώ είναι μόνο ένα προσωρινό όχημα της Ψυχής που είμαστε), και να υποφέρουμε εξ αιτίας αυτής της λανθασμένης ταύτισης.
 Αντίθετα ένας νους σαττβικός, καθαρός από εγωισμό, τις επιθυμίες, τις προσκολλήσεις, κ.λπ., είναι ένας νους διαυγής, διάφανος, σταθερός, συγκεντρωμένος, απαθής (ατάραχος) και με διάκριση. Ένας τέτοιος νους αν ακούσει ή διαβάσει ποιά ή τι είναι η αληθινή του φύση, το αντιλαμβάνεται με τη μια και χωρίς προσπάθεια. Είναι σαν να ανάβει ξαφνικά η ‘λάμπα’, ένα εσωτερικό φως και γίνεται ορατό αυτό που πάντα ήταν εκεί, παρόν, αλλά ‘αόρατο’ για εμάς εξ αιτίας της άγνοιας, της αβλεψίας αλλά και της πολλής φασαρίας και της εξωστρέφειας του νου μας, που γυρίζει σχεδόν συνέχεια έξω από το ‘σπίτι’ του (την καρδιά) μεθυσμένος από τις ηδονές των αισθήσεων και του σώματος..
 Οπότε η άσκηση χρειάζεται πρώτον για να εξαγνιστεί ο νους ώστε να γίνει διαυγής, φωτεινός, αντιληπτικός και με διάκριση για να μπορεί να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τα πράγματα σωστά (και τα εξωτερικά και τα εσωτερικά) και να μπορεί να διακρίνει  ανάμεσα στο αληθινό και το ψευδαισθησιακό, ανάμεσα στο σώμα και το νου που είναι προσωρινά και τον αληθινό Εαυτό μας (Συνειδητότητα, Ψυχή ή Πνεύμα) που είναι αιώνιος, αθάνατος, πάντα ειρηνικός και ευδαίμων. Δεύτερον για να γίνει ο νους ήρεμος, ατάραχος, απαθής ώστε να μην ταυτίζεται, παθιάζεται και ταράζεται από τα αντικείμενα των αισθήσεων, και επίσης να μην ταράζεται από τις κακοτυχίες, τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της ζωής.  
Διότι μόνο ο νους που είναι απαθής για τα εξωτερικά πράγματα μπορεί να μείνει μέσα στην καρδιά χωρίς περισπασμούς, και μπορεί να διακρίνει την αληθινή φύση μας (Ψυχή, Συνειδητότητα) με καθαρότητα αφού είναι λεπτοφυέστατη, άμορφη και αόρατη για τις αισθήσεις. Και επίσης μόνο ένας απαθής νους μπορεί να μείνει γαλήνιος και ακίνητος ώστε να αντανακλαστεί σε αυτόν με καθαρότητα η ειρήνη και η μακαριότητα (ευδαιμονία) της Ψυχής, με τον ίδιο τρόπο που ο ήλιος αντανακλάται τέλεια και με καθαρότητα στα νερά μιας ήρεμης λίμνης.  Η ειρήνη και η ευδαιμονία της Ψυχής μας παρότι είναι συνεχώς παρόντα μέσα μας, αντανακλώνται τέλεια μόνο σε ένα νου ήρεμο και ακίνητο όπως τα νερά της ήρεμης λίμνης.
Έχοντας κυριαρχήσει και μεταμορφώσει τον κατώτερο ενστικτώδη εαυτό μας και έχοντας κάνει τον νου απαθή, αγνό, διάφανο, γαλήνιο και σταθερό, είμαστε ελεύθεροι από πόνο και δυστυχία και βιώνουμε απερίσπαστα την πληρότητα, την ειρήνη και την μακαριότητα της πνευματική μας φύσης που είναι ένα με το Θεό και όλο τον κόσμο. Σε αυτή είναι κατάσταση της τέλειας απάθειας όπως ονομάζεται στον Ορθόδοξο μοναχισμό, ο νους παραμένει σε αταραξία εξ αιτίας της έλλειψης επιθυμιών, αρνητικών συναισθημάτων, προσκολλησεων, ταυτίσεων, και εγκατάλειψη κάθε θεμηματικής ενέργειας.

Μέχρι να φτάσουμε σε αυτή την φωτισμένη κατάσταση, και να βιώνουμε αδιαλείπτως και με καθαρότητα το Είναι μας, μπορούμε να τη βιώσουμε προσωρινά μέσα από το διαλογισμό, την αυτοέρευνα (Βιτσάρα)  ή την νοερά προσευχή. Μα θα μου πείτε αυτά απαιτούν προσπάθεια και οποιαδήποτε προσπάθεια είναι εμπόδιο στο να βιώσουμε το Είναι μας. Και ο διαλογισμός και η νοερά προσευχή παρότι αρχικά χρειάζονται προσπάθεια στο τέλος καταλήγουν (αν καταφέρουμε και ησυχάσουμε το νου μας) στην με φυσικό, αυθόρμητο τρόπο εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας.
Ο νους μπορεί να είναι φωτεινός, διαυγής και να παραμείνει αυθόρμητα ήσυχος, σταθερός και εστιασμένος όταν είναι σε σάττβα κατάσταση. Αλλά η σάττβα κατάσταση στους περισσότερους εμφανίζεται πολύ σπάνια και κρατάει πολύ λίγο διότι κυριαρχούν στο νου τους η ράτζας και η τάμας γκούνας και όχι η σάττβα. Η ράτζας κάνει το νου αεικίνητο, ανήσυχο, εξωστρεφή, να αναζητεί την δράση και την ικανοποίηση κάποιας επιθυμίας, ενώ η τάμας τον κάνει ληθαργικό, αδρανή, βαριεστημένο, τεμπέλη, μη αντιληπτικό, χωρίς κατανόηση και διάκριση. Και στις δύο αυτές καταστάσεις ειδικά αν είναι έντονες δεν μπορούμε να βιώσουμε την ειρήνη και την ευδαιμονία του θεϊκού μας Είναι.
Ο διαλογισμός και η νοερά προσευχή είναι δύο τρόποι να φέρουμε το νου προσωρινά σε σάττβα κατάσταση ώστε να γίνει ήρεμος, διαυγής, φωτεινός σταθερός και έτσι να μπορέσουμε να βιώσουμε για όσο διάστημα παραμένουμε σε αυτή την κατάσταση την βαθιά ειρήνη και πληρότητα που πάντα υπάρχουν μέσα μας κάτω από τις επιθυμίες, τα ταραγμένα συναισθήματα και τις σκέψεις. Στα βάθη των ωκεανών πάντα υπάρχει ησυχία ανεξάρτητα αν στην επιφάνεια του υπάρχουν κύματα. Το ίδιο συμβαίνει και σε εμάς. Η ειρήνη, η πληρότητα και η μακαριότητα είναι πάντα παρόντα στην καρδιά μας (το κέντρο της ύπαρξης μας) ανεξάρτητα από το αν υπάρχει φασαρία στο νου και στην καρδιά μας (στο συναίσθημα). Οπότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να στρέψουμε στο νου μας από την επιφάνεια στην καρδιά, στο κέντρο μας. Για να γίνει αυτό όπως είπα πρέπει να καταλαγιάσουμε τα συναισθήματα και να φέρουμε το νου σε κατάσταση ηρεμίας, διαύγειας και αντιληπτικότητας.  Όσο ησυχάσει ο νους τόσο περισσότερο γίνεται φανερό το υπόβαθρο του, η Συνειδητότητα, η ζωντανή σιωπηλή παρουσία που επιτρέπει το νου να λειτουργεί και να είναι συνειδητός. Αν το συναίσθημα ησυχάσει και ο νους ηρεμήσει ακόμη και αν υπάρχουν μερικές σκέψεις μπορούμε να βιώσουμε την βαθιά γαλήνη και πληρότητα της ύπαρξης, αλλά όχι με την καθαρότητα και την ένταση που το βιώνουμε με ένα νου τελείως ακίνητο και απορροφημένο  στην καρδιά.
Έτσι στο διαλογισμό ξεκινάμε με κάποια προσπάθεια η οποία βέβαια θα πρέπει να είναι ήπια και απαλή. Ξεκινάμε με το να ηρεμήσουμε το σώμα, την ενέργεια και τα συναισθήματα και τέλος να ηρεμήσουμε και να συγκεντρώσουμε το νου. Δεν παλεύουμε με το νου για να τον ησυχάσουμε γιατί αυτό θα φέρει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Αλλά μέσα από μια διαδικασία την οποία θα πρέπει να ακολουθούμε σταθερά και καθημερινά (πρωί και βράδυ) προσπαθούμε με κάποιο μέθοδο (με κάποιο μάντρα, με την επανάληψη του ονόματος του Χριστού, ή με κάποια άλλη τεχνική) να φέρουμε το νου σε ηρεμία, διαύγεια και συγκέντρωση. Μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά όλη τη διαδικασία στο άρθρο μου «Η πρακτική του διαλογισμού». Αν τελικά καταφέρουμε να φτάσει ο νους σε τέλεια ησυχία και συγκέντρωση εγκαταλείπουμε κάθε προσπάθεια και παραμένουμε σε επίγνωση της βαθιάς εσωτερικής σιωπής. Είναι όπως με το ποδήλατο. Κάνουμε πεταλιές (αυτό χρειάζεται προσπάθεια) για μερικά δευτερόλεπτα για να πιάσουμε ταχύτητα και μετά αφήνουμε την προσπάθεια και απολαμβάνουμε την κίνηση χωρίς καμιά προσπάθεια. Αν δεν υπήρχε η τριβή και η αντίσταση του αέρα δεν θα χρειαζόταν να ξανακάνουμε πεταλιές το ποδήλατο θα συνέχιζε να κινείται χωρίς προσπάθεια.
Θα ήταν ευχής έργο να ησυχάζαμε και να εστιάζαμε το νου στην καρδιά μας μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα και μετά χωρίς καμία προσπάθεια να απολαμβάναμε τέλεια ειρήνη, ευδαιμονία και ελευθερία χωρίς όρια. Αλλά οι επιθυμίες, τα αρνητικά συναισθήματα και οι συνήθειες του νου  είναι η τριβή και η αντίσταση του αέρα που δεν μας αφήνουν να τον ελέγξουμε και να τον ησυχάσουμε εύκολα. Έτσι απαιτείται προσπάθεια στην αρχή (απαλή όμως και όχι βίαιη και απότομη) και εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας στο τέλος.
Αν ασκούμαστε όμως στο διαλογισμό, την αυτοέρευνα, ή την νοερά προσευχή καθημερινά και με ζήλο, και αν εξαλείφουμε καθημερινά κάτι από αυτά που σκλαβώνουν το νου και την καρδιά, τότε, θα ησυχάζουμε σταδιακά την καρδιά και το νου όλο και πιο εύκολα και θα βιώνουμε όλο πιο βαθιά και έντονα  την ειρήνη, την πληρότητα και την ευδαιμονία της Ύπαρξης μας, της Ψυχής μας. Επίσης αυτή η ειρήνη και η πληρότητα δεν θα μας αφήνουν αμέσως μετά την πρακτική αλλά θα συνεχίζουν όλο και περισσότερο στην διάρκεια της ημέρας. Είναι όπως οι καμπάνες, τις οποίες αφού χτυπήσουμε για λίγο ο ήχος τους δεν σταματάει αμέσως αλλά εξασθενίζει σταδιακά μέχρι να σβήσει μετά από κάποιο χρόνο.
Παρεμπιπτόντως οι καμπάνες χτυπούν (ή θα έπρεπε να χτυπούν) όχι για να μας θυμίζουν να πάμε στην εκκλησία ή ότι είναι γιορτή αλλά πρωτίστως να μας θυμίσουν ότι ο Θεός είναι παρών μέσα μας εδώ και τώρα, για να μας βγάλουν από την ταύτιση με τα εξωτερικά πράγματα και να μας αφυπνίσουν από τον συνειδησιακό ύπνο και να μας θυμίσουν να στρέψουμε την προσοχή μέσα μας στην ειρήνη και την πληρότητα του Θεού που είναι ταυτόσημος με το Είναι μας.

Όταν τελικά διαλύσουμε το εγώ με όλα του τα παρακλάδια ολοκληρωτικά, η καμπάνα της ψυχής μας θα χτυπά χαρμόσυνα στην καρδιά μας κάθε μέρα, κάθε στιγμή και θα έχουμε πάντα γιορτή.